“menage a trois…ελληνιστί…παρτουζίτσα για τρείς…”

Posted in Uncategorized με ετικέτες , , , , , , , , , on Μαΐου 25, 2008 by bluster2

τα ονόματα των πρωταγωνιστών και των τόπων τα έχω αλλάξει σεβόμενη το απαραβίαστο του ιδιωτικού βίου και τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα… (μμμμμμ….και μπορεί…)

ΙΟΥΝΙΟΣ 2003 ΠΑΡΟΣ

Είμαι 4 μήνες με τον Κώστα και έχω ήδη αρχίσει να βαριέμαι… καιρός να την κάνω σκέφτομαι τώρα που έρχεται και το καλοκαιράκι να μην έχω και γκρίνιες και απαιτήσεις για κοινές διακοπές, να μπορέσω να ακολουθήσω και την παρέα μου στην Κρήτη… Δέχομαι λοιπόν (ως αποχαιρετιστήριο δώρο) την πρότασή του για ένα τετραήμερο στην Πάρο…τα δύο μας… (σε νορμάλ καταστάσεις μόνο σε βαριά ντάγκλα θα δεχόμουν γιατί δεν έχω χειρότερο…μα τον Θεό σας λέω…δεν έχω χειρότερο από την ζευγαροκατάσταση σε διακοπές…ΒΑΡΙΕΜΑΙ!….ΒΑΡΙΕΜΑΙ!….ΒΑΡΙΕΜΑΙ!… και συγγνώμη εάν δεν είναι ευγενικό και καθωσπρέπει αλλά η ζωή είναι πολύ μικρή για να την χαραμίζεις σε πράγματα που δεν γουστάρεις μόνο και μόνο για να ευχαριστείς τους άλλους…).

Σαββάτο 3:00 σε ένα μπαρ της Νάουσας

Πίνουμε με τον Κώστα όρθιοι στην μπάρα και συζητάμε ανουσιότητες, δίπλα μας είναι μια παρεά με ιταλίδες…πέντε κούκλες…μαύρα μακριά μαλλιά, μελαμψά κορμιά…έχουν δε πιεί τον πάτο τους… χορεύουν παραπατώντας και πέφτουν συνεχώς πάνω μας…αλλά λίγο με νοιάζει…έχω πιεί τους μπάφους μου πριν φύγουμε απο το δωμάτιο και έχει ανοίξει το μυαλό μου…έχει λυθεί η γλώσσα μου…αγαπώ όλο τον κόσμο… ακόμα και τις ιταλίδες που κάθε τόσο με ξενυχιάζουν…

Ξαφνικά νιώθω μια ζεστή γλώσσα να μου γλύφει τον σβέρκο ….τι στο πούτσο! σκέφτομαι και γυρνάω απότομα έτοιμη να παίξω χαστούκι στο ληγούρι….αλλά αυτό που αντικρίζω γυρνώντας είναι το ένα απο τα ιταλιδάκια να με κοιτά με το βλέμμα του κουταβιού που μόλις έκανε αταξία….κολλάω… “sorryyyy snowflake….you’re soooo white….I just had to taste you…”  μου λέει γελώντας και με την προφορά του Καραμανλή όταν προσπαθεί να μας πείσει πως ξέρει να μιλά αγγλικά…. κολλάω χειρότερα…ο εγκέφαλος κλειδώνει για μερικά δεύτερα και απλώς την κοιτάω…δεν μου είχε ξανατύχει να μoυ την πέφτει γυναίκα εμπράκτως…και κυρίως δεν μου έχει ξανατύχει να μου αρέσει γυναίκα που μου την πέφτει… ο εγκέφαλος ξεκολλά τελικά και της λέω…εμφανώς αμήχανα ακόμα “anytime gorgeous” … μου χαμογελά και με τραβάει πάνω της χορεύοντας…κοιτάω τον Κώστα που έχει μείνει λίγο μαλάκας απο το όλο σκηνικό και τον ρωτάω εάν τον χαλάει κάτι απ’όλα όσα γίνονται… “δεν ξέρω ακόμα…”  μου απαντάει ο ξενέρωτος και συνεχίζω να χορεύω με τα ιταλιδάκια… τα χεράκια της Celia έχουν εντωμεταξύ αφήσει τα αποτυπώματά τους σε όλο μου το κορμί… “let’s go” μου λέει και παραπατώντας με τραβάει μέσα στις τουαλέτες… κάτι τα ποτά…κάτι το μπαφάκι…κάτι η γοητεία του αγνώστου…κάτι που το κορμί της μύριζε sex….δεν αντέδρασα…απλώς ακολούθησα….πρίν προλάβει να κλείσει την πόρτα ένιωσα την γλώσσα της να φτάνει στις αμυγδαλές μου…και το χεράκι της να έχει τόσο επιδέξια γλιστρήσει μέσα στο σορτσάκι μου και να με χαϊδεύει απαλά-απαλά… “κοίτα τώρα ζημιά που πάθαμε απο το πουθενά“…σκέφτηκα…ενώ ένιωθα τα χειλάκια της να ρουφούν λαίμαργα τις ρώγες μου…έχω και τον άλλο έξω στην μπάρα… που όσο και να μην με νοιάζει δεν θέλω να τον κάνω να αισθάνεται -και κυρίως να φαίνεται- μαλάκας… (αυτή είναι μια θεωρία μου που θα σας την αναλύσω κάποια άλλη στιγμή), οπότε την τραβάω να σηκωθεί και με κίνδυνο να ξενερώσει της λέω“I’m not alone here baby, wanna follow us back to our hotel?”… το μωρό δεν δίστασε στιγμή…βγήκαμε απο τις τουαλέτες και χεράκι-χεράκι πήγαμε στον Κώστα…“πληρώνουμε και φεύγουμε τώρα” του λέω”, “για να πάμε πού και ποιοί?”  με ρωτά ξινισμένος…”για να σου κάνω νωρίτερα το δώρο των γενεθλίων σου…”  του απαντώ….μαλάκα! που μου το παίζεις και θιγμένος….σκέφτομαι…

Το τι ακολούθησε στο δωμάτιο είναι πάνω και πέρα απο περιγραφές… συγγνώμη αγαπητοί ματάκηδες αλλά η πρώτη μου παρτούζα είναι μια πολύ αγνή στιγμή για να την εκθέσω περαιτέρω με αναλυτικές και λεπτομερείς περιγραφές…

… η Celia θα παραμείνει για πάντα μια απο τις πολύ τρυφερές αναμνήσεις μου… και ο Κώστας ποτέ δεν θα χαρεί με γενέθλιο δώρο τόσο πολύ…

Αράχνη: “Αφήστε με ελεύθερη να διαλέξω τη σκλαβιά μου…”

Posted in Αράχνη με ετικέτες , , , , , , , , , , on Μαΐου 15, 2008 by bluster2

‘όχι ρε, μην περιμένετε, ξεκινήστε εσείς και θα έρθω να σας βρώ…Έ!, τώρα, μην γαμιέστε τα ίδια και τα ίδια, θα έρθω λέμε, άντε θα τα π(ι)ούμε σε λίγο…”

…Σκατά…πάλι δεν έχω όρεξη για τίποτα, βαριέμαι να βγώ, βαριέμαι να μιλήσω, βαριέμαι να ακούσω, να δω…Ανοιχτό κύκλωμα το γαμημένο το μυαλό μου πάλι και δεν λειτουργεί, αδυνατεί να δώσει εντολή για το οτιδήποτε…Το μπουρδέλο! πάντα έτσι ξεκινάει, λες ένα “πάτε και έρχομαι” και περνάνε τρείς μέρες μέχρι να πας. Και ποιός ακούει πάλι την γκρίνια τους “έχεις σαπίσει μωρή μαλάκω, απο το γραφείο στο σπίτι και απο το σπίτι στο γραφείο είσαι τόσο καιρό, βγές να σε δει λίγο ο ήλιος, το φεγγάρι, τ’άστρα, να σε δούμε λίγο και εμείς, να πούμε καμιά μαλακεία, κολλημένη στο PSP και στο PC είσαι, ρίζωσες πιά, τί καταλαβαίνεις μόνη σου μέσα στους τέσσερις τοίχους, μα τί παθαίνεις?”

αράχνη… αυτό παθαίνω, το έχω φιλοσοφήσει το θεματάκι μου, αλλά άντε να τους το εξηγήσεις…, “πούτσες μπλέ! άκου “παθαίνω αράχνη” κατσαρίδες και αράχνες στο μουνί σου θα πιάσεις έτσι όπως πας ρεεεε!!, τράβα ρίξε ένα βρώμικο γαμίσι να μην μείνει ούτε αράχνη, ούτε ιστός, ούτε τίποτα!!”  τάδε έφη Ντούρος, την πρώτη και μοναδική φορά που προσπάθησα να του το εξηγήσω…έ!, μα και εγώ πήγαινα γυρεύοντας, σε ποιόν πας μανταμίτσα να εξηγήσεις και τί? ο Ντούρος ακόμη και τα προβλήματά του με το ΣΔΟΕ πηδώντας την εφοριακό τα λύνει.

“Χέσε μας ρε σαβουρογάμη, δεν γουστάρω να γαμήσω κανέναν και κανένας δεν θέλω να με γαμήσει όταν είμαι στις μαύρες μου. Ώχουυυύ! Τσολιά στο μουνί μου σε βάλαμε?  …το βρήκαμε τώρα, η λύση σε όλα είναι το γαμίσι. Και μην με παρεξηγήτε, καθόλου δεν υποτιμώ την ευεργετική, τονωτική και συνάμα χαλαρωτική δράση ενός καλού πηδήματος αλλά όταν δεν θέλεις να δείς άνθρωπο μπροστά σου πόσο μάλλον μέσα σου δεν τον θές.

Εσείς αλήθεια ξέρετε τι είναι το “φαινόμενο αράχνη” ? είναι αυτές οι λεπτές γραμμούλες μωρέ που μοιάζουν με ιστό αράχνης που προκαλούν τα πλυντήρια αυτοκινήτων στα σκούρα χρώματα. Όποτε λοιπόν η διάθεσή μου γίνεται μαύρη, τότε σιγά-σιγά, ύπουλα και σιωπηλά βρίσκει ευκαιρία και άμαχη επιφάνεια η αράχνη και απλώνει τον ιστό της πάνω μου σαν να’μουνα καπώ….

…σαν καπώ?…όλο μαλακείες λέω…ξέρω και΄γω? τί άλλο να πώ? έχω τις μαύρες μου ρεεεε! έχω και αυτές τις καριόλες τις αϋπνίες και χωρίς να σκέφτομαι γράφω ό,τι μου έρθει…

…τέσσερις τοίχοι, η καινούργια μου εξορία…

…Είσαι για ‘μένα σαν μεθύσι που δεν μπορεί κανένα πρωινό ποτέ να μου το σβήσει κι έτσι είμαι πάντα σουρωμένη, πιστά ερωτευμένη κ μονίμως παραμυθιασμένη…

λαλα λαλα λαλα λαλα λαλαααα έι! πεινασμένα ανθρωπάκια εκεί κάτω…η δική μου σκλαβιά είναι ένα χάρτινο τσίρκο…

…μεθυσμένο mix…

…ασυναρτησίες…

…μπορεί να φταίει το ποτό, μπορεί να φταίει ο μπάφος, μπορεί να φταίνε πλείστα παρελθοντικά λάθη και πάθη που αναμοχλεύονται άνευ φανερής αιτίας και αναδύονται σποραδικά και να μην υπάρχει καμία αράχνη και κανένας ιστός. Μπορεί πάλι απλώς να καίγονται ταχύτατα τα τελευταία εναπομείναντα εγκεφαλικά μου κύτταρα…

πώ-πώ!! παπαροφιλοσοφίες πάλι…

 

 

 

“Χρόνος, ο μεγάλος εχθρός και το πουτανάκι του η μνήμη.”

Posted in Uncategorized με ετικέτες , , , , , , , , , on Μαΐου 13, 2008 by bluster2

“Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός” μμμμμμμμμ.. και μπορεί!, αρχίδια γιατρός, σκιτζής είναι ρεεεε με ακούτε? αγύρτης του χειρίστου είδους.

“Δεσποινίς, η διάρκεια θεραπείας και αποκαταστάσεως ολοκληρώθη μετά επιτυχίας, είστε πλέον μια χάρα, πλήρως απηλλαγμένη από τους τοπικούς πόνους και τα σφιξίματα, καθαρή από άβολες μνήμες και δυσφορικές νοσταλγίες… να τώρα υπογράφω και το εξιτήριό σας, καλωσήρθατε πάλι στους ζωντανούς….”

…και παίρνεις τα πάνω σου εσύ και λές, ώπα! να΄μαστε πάλι πάνω στο άλογο, άντε μπράβο λοιπόν να καλπάσουμε για άλλα νέα ανεξερεύνητα μονοπάτια. Αυτό που δεν σου λέει όμως, αυτό που τεχνηέντως αποσιωπά, αυτό που δεν κατάφερε να θεραπεύσει, να καταργήσει, να σιωπήσει, το μέγιστο αυτό ιατρικό του λάθος που μεταβάλει την ιατρική επιτυχία του σε κόλαφο και γι’αυτό και στο κρύβει, είναι ένα, αλλά τεράστιο. Αυτές τις άβολες τις μνήμες, τις δυσφορικές τις νοσταλγίες που λέγαμε δεν μπόρεσε να τις αφαιρέσει χειρουργικά, δεν μπόρεσε να τις απαλείψει. Γι’αυτό και τις στρίμωξε ο αλήτης απλώς σε ένα κουτάκι, ένα κουτάκι ευχερώς ευρισκόμενο στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ώστε με το παραμικρό ερέθισμα τσούυυυπ! να τα όλα πάλι μπροστά, το κουτάκι της πανδώρας ανοίγει και ο ασθενής νοσεί ξανά, και ξανά και ξανά…

Έτσι την έπαθα προχθές, ο φταίχτης, το ερέθισμα…? μια οσμή, μια γλυκιά μυρωδιά, μια κολώνια, μια αντρική κολώνια, μια χρονομηχανή για το παρελθόν που ήρθε βίαια και με άρπαξε “επ! πού πας εσύ? πας να με προσπεράσεις? τί, έτσι απλά? κάνεις πως δεν θυμάσαι? μα, έλα τώρα μύρισέ με λίγο ακόμα, συνδύασέ με, δες πόσο γρήγορα μπορώ να σε πάω ”γαμιώντας” επτά χρόνια πίσω….

Αυτή η κολώνια…. είχα να την μυρίσω χρόνια και κάποτε την μύριζα για χρόνια…Πέντε για την ακρίβεια. Πέντε χρόνια τη μύριζα παντού, στα ρούχα μου, στα μαλλιά μου, στα σεντόνια μου, στο δέρμα μου, σε αυτόν….

…και τώρα? Τώρα τί θέλει πάλι απο εμένα? Γιατί η μνήμη πρέπει να είναι μια τόσο ξεροκέφαλη, ρακοσυλλέκτρια, πουτάνα? γιατί δεν αφήνει να κυλήσουν στην λησμονή και τη λήθη αυτά που της λέω πως ΔΕΝ ΤΑ ΘΕΛΩ άλλο πια, αυτά που της λέω “οκ, πέτα αυτό και αυτό και αυτό, ΠΕΤΑ ΤΑ! άχρηστα πράγματα παλιά είναι, πολυφορεμένα, τριμμένα, δεν μου χωράνε πια, με στενεύουν στο μυαλό, με κόβουν στην καρδιά, πέτα τα τα γαμημένα, πιάνουν χώρο στην ντουλάπα της ψυχής μου, στο κουτάκι του μυαλού μου..

Πές τα ρε Γιάννη!

Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός
Σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει…”

“Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις”. Ο ανεπίδοτος έρωτας της Α.

Posted in Uncategorized με ετικέτες , , , , , , , , , , , , , , , , on Μαΐου 12, 2008 by bluster2

Α.”Κάτσε λίγο μαζί μου, θέλω να σου διαβάσω κάτι που έγραψα”

“Ωχου μωρέ! Καμιά ρομαντική μαλακεία θα έχεις γράψει πάλι και θα με πιάσει το στομάχι μου. Γιατί επιμένεις να τα διαβάζεις σε εμένα που ξερνάω με τέτοια πράγματα και δεν μπορώ να το κρύψω κιόλας και σε στεναχωρώ?

Α.” Σταμάτα, είναι ένα γράμμα στον Λ. και θέλω να το ακούσεις προσεκτικά και να μου πείς αν πρέπει να το στείλω.”

“Αυτο μπορώ να στο απαντήσω και χωρίς να ακούσω λέξη, ΟΧΙ! να μην του στείλεις τίποτα. Τι θές ρε? να τον τρελάνεις τον άνθρωπο? δεν τον έδιωξες? τι ζητάς τώρα? φιλαράκι για αλληλογραφία? τι είναι αυτές οι παπαριές? Σκίστο, κάψτο, φάτο, κάντο ό,τι σκατά θές αλλά μην του το στείλεις, μην δίνεις ελπίδες, μην του γαμείς το μυαλό και κυρίως μην τον κάνεις να θυμάται συνέχεια, άσε τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του, άσε τη λήθη να απαλύνει τις μνήμες του.”

Α. ” Δεν θέλω να με ξεχάσει. Ακούγεται πολύ εγωιστικό αυτό ε? Ούτε εγώ όμως θα τον ξεχάσω. Έλα κάνε μου τη χάρη, απλώς άκουσε με και μετά τον εμετό σου θα πάμε για καφέ οκ?”

“Άντε, ξεκίνα να δούμε…”

“Μπαίνω στο γνώριμο καφενείο μας και διαπιστώνω πως δεν είσαι εδώ. Ψάχνω να σε βρώ, και όσο ψάχνω στις γνωστές γωνιές, στο συνηθισμένο τραπέζι που πίναμε μαζί, όσο ρωτώ τα γκαρσόνια, τόσο είσαι παρών με την απουσία σου. Είσαι παρών μεσ ‘την αναμονή μου.

Στάζω αίμα και ακολουθώ το ανεξέλεγκτο ταξίδι του μυαλού, ο χρόνος πηγαινοέρχεται μεταξύ παρόντος και παρελθόντος. Με γεμίζει μια απώλεια διαρκής, ρίζωσε στη μνήμη μου η μορφή σου. Υποφέρω, είναι πρωί Παρασκευής και ξυπνώ με τη λαχτάρα του να σε αντικρίσω, προσπαθώ να ξεκολλήσω το πρόσωπο απο το μαξιλάρι, αλλά δεν βρίσκω το κουράγιο.

Παραδίνομαι στο γλυκό μισοσκόταδο του δωματίου και αφήνω την έντονη επιθυμία να με κατακλύσει, να καταργήσει κάθετι λογικά πραγματικό και να με μεταφέρει στο κρεβάτι μας, στο μικρό μας δωμάτιο.

Αγκάλιασέ με, κράτησέ με.

Γλιστρώ και σε παίρνω στο στόμα μου, η γεύση σου, η ζεστασιά σου, η οικειότητα της πράξης με τρελαίνουν, τα μάτια μου κλείνουν, με απορροφά πλήρως, σε νιώθω δικό μου. Το μυαλό μουδιάζει, σ’αγκαλιάζω με τα χέρια μου σφιχτά, αναζητώ εκστασιασμένη τα χείλη σου, τα φιλώ ασταμάτητα. Βαθιά, υγρά, ερωτευμένα φιλιά, δεν χορταίνω τα φιλιά σου, σταματώ και κοιτώ τα μάτια σου, τα φιλώ, χαϊδεύω τα μαλλιά σου και θέλω να φωνάξω πως εσένα περίμενα.

Χαμογελάς καυλωμένα και μπαίνεις μέσα μου. Άγρια ανάσα, υγρά μάτια, σφιχτό αγκάλιασμα, ζεστό αντρίκιο άγγιγμα που έχω ακόμη στο δέρμα μου. Μπαινοβγαίνεις μέσα μου μ’ένα ρυθμό αυτοκτονικό, με γεμίζεις, με ολοκληρώνεις. Το κορμί μου συσπάται ανεξέλεγκτα απο κύματα ηδονής, θέλω να βυθιστείς μέσα μου, να σε αφομοιώσω, ο εγκέφαλος μου ίπταται στο απόλυτο κενό, ματώνει και οι σκέψεις μου γίνονται ομίχλες, σχεδιάζουν σχήματα αόριστα και χαρούμενα.

Σε σφίγγω, θέλω να σε κρατήσω βαθιά μέσα μου, να λιώσω το χρόνο, να διαιωνίσω τη στιγμή, να μείνουμε έτσι για πάντα ενωμένοι, να μην σε χάσω.

“Τί είναι αυτό?” με ρωτάς “Έρωτας?”

“Κουμπώσαμε αγάπη μου, κουμπώσαμε” αυτό είναι σου απαντώ.

Τελειώνω με κραυγές, είναι οι ήχοι που δεν κατάφεραν να γίνουν λέξεις να σου μιλήσουν για τον έρωτά μου και τώρα βίαια απαιτούν να ακουστούν. Πνιγόμουν απ’το συναίσθημα και έπνιγα τις λέξεις. Τελειώνεις στο στόμα μου και νιώθω να κυλά μέσα μου με ορμή ο έρωτάς σου, σε πίνω λαίμαργα για να κορέσω τη δίψα μου για ΄σενα, για να κορέσω τον έρωτά μου που αντί να φθίνει με τις ημέρες φουντώνει.

“Κρυώνεις, να σε σκεπάσω?” εσκεμένα το έλεγα κάθε φορά για ν’αρχίσεις να με πειράζεις πως δήθεν επίτηδες ρωτώ γιατί κρύωνα εγώ.

Γελώ δυνατά και μου φωνάζεις “Γέλα-Γέλα, ποτέ μη σταματήσεις να γελάς.” Τώρα αρνούμαι να γελάσω δυνατά, γιατί κανείς δεν μου φωνάζει γέλα.

“Βάλε τον Μελισσοκόμο στο laptop να παίζει και φτιάξε καφεδάκι”

Διπλός μέτριος ελληνικός, σε δανεικό άσπρο φλυτζάνι, για δυο κορμιά, για τέσσερα χείλη, για μια αγάπη. Μισός-μισός ο καφές, μισό-μισό το τσιγαράκι, όλα μισά και εγώ χωρίς εσένα μισή…

Περνώ απ’το σπίτι μας, αγγίζω το πόμολο της πόρτας που τόσες φορές άγγιξες, κοιτώ με δυσκολία πίσω απο τα δάκρυα το παράθυρο του 1ου ορόφου, απ’όπου πρόβαλε μισόγυμνο το κορμάκι σου για να με χαιρετήσει όταν έφευγα. Η ματιά μου διεισδύει πίσω απ’το κλειστό παράθυρο με την τραβηγμένη βαριά κουρτίνα και σαρώνει το εσωτερικό. Όλα σκοτεινά, όλα άδεια, οι άσπροι τοίχοι προς στιγμήν φωτίζουν-τους είμαι γνώριμη, είναι ποτισμένοι απ’τις στιγμές μας-. Πού είναι το πάπλωμά μας, τα ιδρωμένα ζωντανά σεντόνια μας? πού βρίσκεται ανοιγμένο τώρα πια το laptop σου? πού έχει βρεί καλύτερη θέση απ’αυτό εδώ το τραπέζι, που τρώγαμε τα μεσημέρια αντικριστά και με βιασύνη για να αγκαλιαστούμε γυμνοί στο κρεβάτι μας-να σμίξουμε?

Μου έδωσες πίσω τα CD μου σε μια σακούλα, τα έχωσα βαθιά σε μια ντουλάπα, δεν τολμώ να τ’αντικρίσω, τα θυμάμαι άτακτα τοποθετημένα γύρω απο το laptop σου να επενδύουν μουσικά το “κούμπωμά” μας, τον αγκαλιαστό τρυφερό ύπνο μας και τώρα με ξεσκίζουν, δεν έχουν θέση εδώ.

Και εσύ πως βρήκες θέση μακριά μου?

Σταματά το βλέμμα μου στον καθρέφτη, “κοίταξέ μας” μου έλεγες “πώς μας βλέπεις?”

Χώρια μας βλέπω και αρνούμαι να το πιστέψω-αποκλείεται- απλώς λείπεις, και εγώ εδώ πάντα επιμένω να σε περιμένω.

Επιμένω να βάφω τα νύχια μου με το δικό σου κόκκινο.

Επιμένω να κρατώ κοντά μου το κινητό ώστε να σε προλάβω στον πρώτο χτύπο του.

Επιμένω να ελπίζω να δω το όνομά σου να φωτίζει την οθόνη του και την ψυχή μου.

Επιμένω ν’αναζητώ τη φωνή σου στα ηχογραφημένα μηνύματα, την μυρωδιά σου στα ρούχα μου, τα σημάδια σου στο κορμί μου και την μορφή σου στα όνειρά μου.

Επιμένω να σ’αγαπώ ανέλπιδα και βαθιά.

Επιμένω να σ’αναζητώ ως το τέλος του χρόνου μου.

Λερώνω το μυαλό μου με εικόνες του μέλλοντός μου χωρίς εσένα και αυτόματα τις αποθώ, τις διαγράφω, τις καταργώ….κι όμως, μέρα με τη μέρα αυτές ζώ..

Και εσύ, πως βρήκες θέση μακριά μου…?”

Α. “Τί λές? μήπως άλλαξες γνώμη? μήπως να το έστελνα?”

“Δεν πας καλά ρε, δεν πας καθόλου καλά.. μαστουρωμένη το έγραφες ρε?  Και μετά λες εμένα κυνική, γράφεις ερωτική επιστολή μωρή και χώνεις μέσα πίπες και γαμήσια? και τι σόι σκάλωμα είναι αυτό που έφαγες με το laptop? αυτό σε καίει εσένα? πού είναι τώρα ανοιγμένο και μαλακείες? και τι καινούργιο στυλάκι είναι τώρα αυτό “επίμενω εκείνο” “επιμένω το άλλο” και “που βρήκες θέση μακριά μου” και τ’αρχίδια μας κουνιούνται! τι να έκανε δηλαδή ο άνθρωπος να μόναζε ή να αυτοκτονούσε? ΕΛΕΟΣ!!! Θες να το στείλεις? οκ στείλτο, εγώ στη θέση του πάντως ξέρεις τι θα σου απαντούσα?

Α.”Θα μετανιώσω που ρωτώ, το ξέρω, αλλά άντε για πες, τί θα απαντούσες?”

“Στον πούτσο μου γαρύφαλλα και γύρω-γύρω μέλισσες….”

Α. “Εκτός από απαίσια, είσαι και βρωμόστομη.”

“Ναι, αλλά δεν ξέρεις τι μπορώ να κάνω έγω μ’αυτό το στόμα….”

“Να πιστεύετε σε αυτούς που αναζητούν την αλήθεια. Να αμφιβάλετε για αυτούς που την βρίσκουν”. Ο Μπούκης υπήρξε τυχερός.

Posted in Μπούκης με ετικέτες , , , , , , , , , on Μαΐου 12, 2008 by bluster2

…μόνο την αλήθεια οκ? … άσε τα ψέμματα, την αλήθεια θέλω, ακούς? μη μου χαϊδέψεις τα αυτιά, μην πείς αυτά που θέλω να ακούσω…μόνο δώσε μου την αλήθεια σου, τι πιστεύεις? μίλα ρε! χωρίς να φιλτράρεις, σκέψου δυνατά ρε μαλάκω, τι άλλο να σου πω? τόσα χρόνια φίλη μου είσαι, με ξέρεις, την αντέχω, δώστη μου.

4 παρά κάτι, βράδυ Πέμπτης, μιας πολύ κουρασμένης Πέμπτης, μιας Πέμπτης που με πολύ κόπο και προσπάθεια κατάφερα να την περάσω όπως ήθελα….μόνη μου… και βουτηγμένη στην αϋπνία μου ανέμενα γαλήνια το ξημέρωμα…

τακ-τακ, τακ-τακ η πόρτα του σπιτιού μου χτύπησε ρυθμικά τέσσερις φορές…

όχι ρε μαλάκα δεν μπορεί…

τακ-τακ, τακ-τακ

τέσσερις φορές ε? μαύρο ξημέρωμα θα έχω…

Όλα στη ζωή έχουν τη σημασία τους, όλα δηλώνουν κάτι, αρκεί να είσαι αρκετά παρατηρητικός, αρκεί να έχεις συντονιστεί σωστά και ταχύτατα να ανακαλείς τη σωστή μνήμη. Έτσι λοιπόν ακόμα και ο αριθμός των χτυπημάτων στη πόρτα δεν είνα τυχαίος, όχι βέβαια.

Η μια φορά δείχνει δισταγμό, “ρε μαλάκα! είσαι σίγουρος πως είναι η σωστή πόρτα?”, οι δυο φορές δείχνουν ευγένεια αλλά και έλλειψη σιγουριάς, “ασε ρε, θα έρθω αργότερα, μπορεί και να κοιμάται τέτοια ώρα” και το κόβεις εκεί, οι τρείς φορές δηλώνουν σιγουριά, βεβαιότητα, “με περιμένεις, ήρθα, άνοιξε”, οι τέσσερις (και άνω) όμως δείχνουν βιασύνη, πάθος, υπερβολή, θόλωμα, σταρχιδισμό “δεν ξέρω αν είσαι ή αν δεν είσαι μέσα, αν κοιμάσαι, αν γαμιέσαι, ένα ξέρω, πως εγώ δεν θα φύγω αν δεν ανοίξει αυτή η γαμημένη η πόρτα, ΤΩΡΑ!!”. Αυτά σας τα λέω μετ’ επισταμένης μελέτης και ενδελεχούς παρατήρησης χρόνων…

Τα τέσσερα χτυπήματα στην πόρτα σαν να έχουν φωνή, μου μιλούν. Τί μου λένε?

τακ= ”δεν σε ξύπνησα ε?”

τακ= “έλα, ετοίμασε ποτά”

τακ= “ελπίζω να έχεις πάγο και τσιγάρα “

τακ= “θέλω να σου πω”

..σέρνομαι ως την πόρτα βρίζοντας άηχα. Δεν έχει νόημα να προσποιηθώ την κοιμισμένη, κουρασμένη, ούτε να πλάσω έναν γκόμενο που κοιμάται μέσα, τίποτε απο αυτά δεν έχει κολώσει τα τέσσερα χτυπήματα ΠΟΤΕ εως τώρα, οπότε απλώς σέρνομαι και ανοίγω.

Στην πόρτα, κόκκαλο ήδη απο το ποτό, αναμαλλιασμένος και αναψοκοκκινισμένος, είναι ο Μπούκης,  ένας απο τους κολλητούς μου.

Μπ.”δεν σε ξύπνησα ρε μωρό ε? έλα, ετοίμασε ποτάκια, ελπίζω να έχεις πάγο και τσιγάρα, θέλω να σου πω, είναι σοβαρό.”

…μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω, ρε πούστη μου, εσάς σας ξέρω καλύτερα και απο τον ίδιο μου τον εαυτό…

“πέρνα κάτσε ρε μαλάκα και άρχισε να λές, να δω τι καινούργια παπαριά έκανες.”

Μπ. “Εγώ? τίποτα δεν έκανα ακόμη, ΑΚΟΜΗ λέω μ’ακούς? γιατί απο αύριο ποιός είδε τον Μπούκη και δεν τον φοβήθηκε, θα γαμήσω κόσμο και κοσμάκη, από αύριο….”

“λέγε τι έγινε ρε μαλάκα και άσε τα γαμήσια.”

Μπ. “Η Μαρία έχει γκόμενο, έχει γκόμενο σου λέω και πρέπει να τον ξέρω κιόλας, τον καριόλη, το μουνόπανο, μόνο να μάθω ποιός είναι, μόνο να μάθω, θα τον ε-γαμήσω, (ο Μπούκης στα θολώματά του και για να τονίσει την βιαιότητα του επερχόμενου γαμησιού πάντα βάζει ένα -ε- μπροστά, σαν για να πάρει φόρα ένα πράγμα και να ξεσκίσει τον άλλο) το μουνί που τον πέταξε, το Μαράκι μου ρε? το Μαράκι μου? αυτό του γυάλισε?

…τον άκουγα απο την κουζίνα να μπινελικώνει ασύστολα τον άγνωστο γαμιά, να του γαμεί κατά συρροή όλο το σοϊ έως και τα τριτοξάδερφα.. αλλά για το Μαράκι…τίποτε, το Μαράκι απουσίαζε απο το γαμοσταυρίδι, όχι όμως και απο το γαμήσι (όπως του υπενθύμισα αργότερα).

ΜΠ.”Τελείωνε! Κάτσε κάτω ρε να στα πώ, πριν ξεχάσω τίποτα! Το λοιπόν, είμασταν στα μπουζούκια, εγώ, ο Ντούρος (έτερος κολλητός) το μωρό (Μαράκι) και οι καριόλες (κολλητές της Μαρίας άνευ ονομάτων γιατί τις θεωρεί κακή επιρροή για το αθώο Μαράκι). Όλα τέλεια, το μώρο στην αγκαλιά μου να χορεύει μεθυσμένα, ο Ντούρος αλλήθωρος σκοπευτής να παίζει παντού και οι καριόλες…στ’αρχίδια μου οι καριόλες ούτε που τις κοίταζα τι έκαναν. Πάνω στην τρίτη “πέρδικα” (famous grouse θέλει να πεί αλλά είναι μπουρτζόβλαχος) και ενώ τα πανεράκια πήγαιναν και ερχόντουσαν, πιάνω το μωρό να χασκογελά με τις καριόλες στα ψιθυριστά, και με ξέρεις ρε, δεν είμαι περίεργος αλλά κάτι είχε η όλη φάση, -τι έγινε μωρό της λέω όλα καλά? -ναί, ματάκια μου όλα τέλεια, σε λατρευω μωρέεεεε- μου λέει. Άντε δώστου πανεράκια, ποτηράκια, κουνηματάκια, χασκογελάκια -πάω τουαλέτα, λέει το μωρό,-να κάνω το τσιγάρο, της λέω και πάμε-όχι, όχι! κάτσε θα πάω με τα κορίτσια, μου απαντά. Περνάνε 10 λεπτά, περνάνε 15, λέω θα έχει κόσμο, περνάνε 20 στα 25 είμαι όρθιος και έξω απο τις τουαλέτες και τσουπ! να το το μωρό με τις καριόλες -αγάπη ανησύχησες?? έλα μωρέ, της κακομοίρας γίνεται πάντα στις γυναικείες δεν το ξέρεις? μου λέει και μου σκάει το γλωσσόφιλο.”

“Μπές στο ψητό ρε Παπαδιαμάντη, 4:30 το πρωί είναι, γάμησε τις λεπτομέρειες…”

Μπ.”Σκάσε! γιατί εκείνη τη στιγμή είναι που το βλέπω και θολώνω..”

“Ποιό ρε μαλάκα?”

Μπ.” Το σημάδι στο λαιμό, γαμώ την πουτάνα μου γαμώ..Ένα σημάδι, φρέσκο, κόκκινο, παστωμένο με μεηκάπ, ένα σημάδι νααααααα ρε μαλάκα!! Τι είναι αυτό ρε Μαρία? -ποιό? μου λέει, αυτό ρε Μαρία το σημάδι, τι ποιό?-Ααααα, αυτό? αυτό το είχα ρε μωρό, εσύ μου το έκανες, μου πετάει μες τη μούρη. Σε ποιόν τα λες αυτά ρε Μαρία, το ξέρεις πως εγώ προσέχω, 2 μήνες είμαστε μαζί και δεν σου έχω αφήσει ίχνος για να μην σε πρήζει η μάνα σου, της λέω. Κοκκινίζει η Μαρία και με κοιτά παγωμένη, -έλα μωρέ! τώρα στο τραπέζι θα της το έκανες χωρίς να το καταλάβεις, πετιούνται σε συγχορδία οι καριόλες. Για να μην στα πολυλογώ και επειδή έχω και εμπιστοσύνη στο Μαράκι, το καταπίνω και γυρνάμε στο τραπέζι. 3:00 είμαστε στο αμάξι με το μωρό, έπρεπε να γυρίσει νωρίς γιατί της είχε βάλει χέρι ο γέρος της, και… μπιπ! μπιπ! σκάει το μήνυμα, ποιος σου στέλνει μήνυμα Μαράκι τέτοια ώρα? -οι κλίσεις του πατέρα μου θα είναι που δεν έπιανε στο μαγαζί και έρχονται τώρα σαν ειδοποίηση, μου λέει. Καλάααα σκέφτομαι μπορεί και να… μπιπ! μπιπ! να σου το ξανά, αυτή τη φορά δεν ρωτάω μαλάκα βουτάω το κινητό και τί να δω? “ευχαριστώ και sorry, αυτό είναι το δικό μου, μη χαθείς, υγρά χειλάκια..” Απο εκεί και πέρα όλα είναι ένα μπουρδέλο, δεν θυμάμαι και πολλά, τι της είπα, τι μου είπε, πως έφτασα έξω απο το σπίτι σου ούτε που ξέρω…Και τώρα λέγε, τι πιστεύεις? την αλήθεια, λέγε, είμαι πολύ μπουρδέλο απο το ποτό και πολύ θολωμένος απο τη ζήλεια για να σκεφτώ, λέγε εσύ…”

…λέγε εσύ….τί θέλει να του πώ? τι άλλο εκτός απο αυτό που βλέπει και ο ίδιος αλλά δεν θέλει να το πιστέψει? τί άλλο εκτός από το ολοφάνερο? πως το Μαράκι είναι η τρίτη καριόλα του σχήματος? άλλη μια ψώλα απ’τις πολλές που εκείνο το βράδυ, γλίστρησε απο την ζεστή αγκαλιά του, πήρε μαζί για άλλοθι τις φίλες της και με τα “υγρά χειλάκια” της πήρε (το λιγότερο) μια πίπα στα γρήγορα σε έναν άγνωστο στις τουαλέτες και της άρεσε και τόοοοσο πολύ που αντάλλαξαν και τηλέφωνα για να μην χαθούν, ή να του θυμίσω πως μετά την πούτσα του άλλου τα “υγρά (απ’το σπέρμα) χειλάκια” φίλαγαν τα δικά του? ή μήπως έπρεπε να κάνω την κινέζα? να εφεύρω ένα όμορφο παραμύθι να καλύψω την πουτανιά της Μαρίας μόνο και μόνο για να μην πληγώσω τα μεθυσμένα αισθήματα, τον μελανιασμένο εγωισμό και τον τυφλό έρωτα (μην γαμήσω!) του Μπούκη?

Ε! Όχι λοιπόν! δεν έφτιαξα παραμύθι, του πέταξα τον δράκο σκέτο και κατάμουτρα,  “Άκου αγόρι μου γλυκό, μια φορά και έναν καιρό η πριγκίπισσα ήταν μεγάλο πουτανάκι και όσο έλειπε ο πρίγκιπας αυτή είχε πιπώσει το μισό βασίλειο”. Έτσι χωρίς πλοκή, σαν τσόντα του Γκουσγκούνη ένα πράγμα, “-γυναίκα τί φαγητό έχουμε? -μακαρόνια, -τη γάμησες” τάκα-τάκα, χωρίς περιστροφές και χρυσώματα για να την ακούσει γερά μπάς και καταλάβει, έτσι όπως θα ήθελα να μου το κάνει και εμένα. Του έκανα λοιπόν παρέα να πιεί ώστε να καταπιεί τον κροκόδειλο για τα καλά, τον ώθησα να βρίσει (το καριολάκι το Μαράκι αυτή τη φορά κάι όχι το σόι του άγνωστου εραστή) για να ξεθυμάνει και εσείς πείτε με σκύλα πείτε με ό,τι θέλετε τώρα.

Εγώ ξέρω πως τους φίλους οφείλουμε να τους σκουντάμε, να τους βγάζουμε από το λήθαργο, να τους ξυπνάμε, να τους γαμούμε ενίοτε το παραμύθι όταν το βλέπουμε πως σαπίζει και να πάει να γαμηθεί η γυναικεία αλληλεγγύη που μου χρέωσαν πως πρόδωσα την επομένη. Αλληλεγγύη μόνο στους ομοίους μου. Η αλήθεια σπάνια είναι γλυκιά, σπάνια είναι καλοδεχούμενη, σπάνια μας ευχαριστεί, σπάνια την αναζητούμε γι’αυτό και σπάνια την βρίσκουμε.