
…μόνο την αλήθεια οκ? … άσε τα ψέμματα, την αλήθεια θέλω, ακούς? μη μου χαϊδέψεις τα αυτιά, μην πείς αυτά που θέλω να ακούσω…μόνο δώσε μου την αλήθεια σου, τι πιστεύεις? μίλα ρε! χωρίς να φιλτράρεις, σκέψου δυνατά ρε μαλάκω, τι άλλο να σου πω? τόσα χρόνια φίλη μου είσαι, με ξέρεις, την αντέχω, δώστη μου.
4 παρά κάτι, βράδυ Πέμπτης, μιας πολύ κουρασμένης Πέμπτης, μιας Πέμπτης που με πολύ κόπο και προσπάθεια κατάφερα να την περάσω όπως ήθελα….μόνη μου… και βουτηγμένη στην αϋπνία μου ανέμενα γαλήνια το ξημέρωμα…
τακ-τακ, τακ-τακ η πόρτα του σπιτιού μου χτύπησε ρυθμικά τέσσερις φορές…
όχι ρε μαλάκα δεν μπορεί…
τακ-τακ, τακ-τακ
τέσσερις φορές ε? μαύρο ξημέρωμα θα έχω…
Όλα στη ζωή έχουν τη σημασία τους, όλα δηλώνουν κάτι, αρκεί να είσαι αρκετά παρατηρητικός, αρκεί να έχεις συντονιστεί σωστά και ταχύτατα να ανακαλείς τη σωστή μνήμη. Έτσι λοιπόν ακόμα και ο αριθμός των χτυπημάτων στη πόρτα δεν είνα τυχαίος, όχι βέβαια.
Η μια φορά δείχνει δισταγμό, “ρε μαλάκα! είσαι σίγουρος πως είναι η σωστή πόρτα?”, οι δυο φορές δείχνουν ευγένεια αλλά και έλλειψη σιγουριάς, “ασε ρε, θα έρθω αργότερα, μπορεί και να κοιμάται τέτοια ώρα” και το κόβεις εκεί, οι τρείς φορές δηλώνουν σιγουριά, βεβαιότητα, “με περιμένεις, ήρθα, άνοιξε”, οι τέσσερις (και άνω) όμως δείχνουν βιασύνη, πάθος, υπερβολή, θόλωμα, σταρχιδισμό “δεν ξέρω αν είσαι ή αν δεν είσαι μέσα, αν κοιμάσαι, αν γαμιέσαι, ένα ξέρω, πως εγώ δεν θα φύγω αν δεν ανοίξει αυτή η γαμημένη η πόρτα, ΤΩΡΑ!!”. Αυτά σας τα λέω μετ’ επισταμένης μελέτης και ενδελεχούς παρατήρησης χρόνων…
Τα τέσσερα χτυπήματα στην πόρτα σαν να έχουν φωνή, μου μιλούν. Τί μου λένε?
τακ= ”δεν σε ξύπνησα ε?”
τακ= “έλα, ετοίμασε ποτά”
τακ= “ελπίζω να έχεις πάγο και τσιγάρα “
τακ= “θέλω να σου πω”
..σέρνομαι ως την πόρτα βρίζοντας άηχα. Δεν έχει νόημα να προσποιηθώ την κοιμισμένη, κουρασμένη, ούτε να πλάσω έναν γκόμενο που κοιμάται μέσα, τίποτε απο αυτά δεν έχει κολώσει τα τέσσερα χτυπήματα ΠΟΤΕ εως τώρα, οπότε απλώς σέρνομαι και ανοίγω.
Στην πόρτα, κόκκαλο ήδη απο το ποτό, αναμαλλιασμένος και αναψοκοκκινισμένος, είναι ο Μπούκης, ένας απο τους κολλητούς μου.
Μπ.”δεν σε ξύπνησα ρε μωρό ε? έλα, ετοίμασε ποτάκια, ελπίζω να έχεις πάγο και τσιγάρα, θέλω να σου πω, είναι σοβαρό.”
…μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω, ρε πούστη μου, εσάς σας ξέρω καλύτερα και απο τον ίδιο μου τον εαυτό…
“πέρνα κάτσε ρε μαλάκα και άρχισε να λές, να δω τι καινούργια παπαριά έκανες.”
Μπ. “Εγώ? τίποτα δεν έκανα ακόμη, ΑΚΟΜΗ λέω μ’ακούς? γιατί απο αύριο ποιός είδε τον Μπούκη και δεν τον φοβήθηκε, θα γαμήσω κόσμο και κοσμάκη, από αύριο….”
“λέγε τι έγινε ρε μαλάκα και άσε τα γαμήσια.”
Μπ. “Η Μαρία έχει γκόμενο, έχει γκόμενο σου λέω και πρέπει να τον ξέρω κιόλας, τον καριόλη, το μουνόπανο, μόνο να μάθω ποιός είναι, μόνο να μάθω, θα τον ε-γαμήσω, (ο Μπούκης στα θολώματά του και για να τονίσει την βιαιότητα του επερχόμενου γαμησιού πάντα βάζει ένα -ε- μπροστά, σαν για να πάρει φόρα ένα πράγμα και να ξεσκίσει τον άλλο) το μουνί που τον πέταξε, το Μαράκι μου ρε? το Μαράκι μου? αυτό του γυάλισε?
…τον άκουγα απο την κουζίνα να μπινελικώνει ασύστολα τον άγνωστο γαμιά, να του γαμεί κατά συρροή όλο το σοϊ έως και τα τριτοξάδερφα.. αλλά για το Μαράκι…τίποτε, το Μαράκι απουσίαζε απο το γαμοσταυρίδι, όχι όμως και απο το γαμήσι (όπως του υπενθύμισα αργότερα).
ΜΠ.”Τελείωνε! Κάτσε κάτω ρε να στα πώ, πριν ξεχάσω τίποτα! Το λοιπόν, είμασταν στα μπουζούκια, εγώ, ο Ντούρος (έτερος κολλητός) το μωρό (Μαράκι) και οι καριόλες (κολλητές της Μαρίας άνευ ονομάτων γιατί τις θεωρεί κακή επιρροή για το αθώο Μαράκι). Όλα τέλεια, το μώρο στην αγκαλιά μου να χορεύει μεθυσμένα, ο Ντούρος αλλήθωρος σκοπευτής να παίζει παντού και οι καριόλες…στ’αρχίδια μου οι καριόλες ούτε που τις κοίταζα τι έκαναν. Πάνω στην τρίτη “πέρδικα” (famous grouse θέλει να πεί αλλά είναι μπουρτζόβλαχος) και ενώ τα πανεράκια πήγαιναν και ερχόντουσαν, πιάνω το μωρό να χασκογελά με τις καριόλες στα ψιθυριστά, και με ξέρεις ρε, δεν είμαι περίεργος αλλά κάτι είχε η όλη φάση, -τι έγινε μωρό της λέω όλα καλά? -ναί, ματάκια μου όλα τέλεια, σε λατρευω μωρέεεεε- μου λέει. Άντε δώστου πανεράκια, ποτηράκια, κουνηματάκια, χασκογελάκια -πάω τουαλέτα, λέει το μωρό,-να κάνω το τσιγάρο, της λέω και πάμε-όχι, όχι! κάτσε θα πάω με τα κορίτσια, μου απαντά. Περνάνε 10 λεπτά, περνάνε 15, λέω θα έχει κόσμο, περνάνε 20 στα 25 είμαι όρθιος και έξω απο τις τουαλέτες και τσουπ! να το το μωρό με τις καριόλες -αγάπη ανησύχησες?? έλα μωρέ, της κακομοίρας γίνεται πάντα στις γυναικείες δεν το ξέρεις? μου λέει και μου σκάει το γλωσσόφιλο.”
“Μπές στο ψητό ρε Παπαδιαμάντη, 4:30 το πρωί είναι, γάμησε τις λεπτομέρειες…”
Μπ.”Σκάσε! γιατί εκείνη τη στιγμή είναι που το βλέπω και θολώνω..”
“Ποιό ρε μαλάκα?”
Μπ.” Το σημάδι στο λαιμό, γαμώ την πουτάνα μου γαμώ..Ένα σημάδι, φρέσκο, κόκκινο, παστωμένο με μεηκάπ, ένα σημάδι νααααααα ρε μαλάκα!! Τι είναι αυτό ρε Μαρία? -ποιό? μου λέει, αυτό ρε Μαρία το σημάδι, τι ποιό?-Ααααα, αυτό? αυτό το είχα ρε μωρό, εσύ μου το έκανες, μου πετάει μες τη μούρη. Σε ποιόν τα λες αυτά ρε Μαρία, το ξέρεις πως εγώ προσέχω, 2 μήνες είμαστε μαζί και δεν σου έχω αφήσει ίχνος για να μην σε πρήζει η μάνα σου, της λέω. Κοκκινίζει η Μαρία και με κοιτά παγωμένη, -έλα μωρέ! τώρα στο τραπέζι θα της το έκανες χωρίς να το καταλάβεις, πετιούνται σε συγχορδία οι καριόλες. Για να μην στα πολυλογώ και επειδή έχω και εμπιστοσύνη στο Μαράκι, το καταπίνω και γυρνάμε στο τραπέζι. 3:00 είμαστε στο αμάξι με το μωρό, έπρεπε να γυρίσει νωρίς γιατί της είχε βάλει χέρι ο γέρος της, και… μπιπ! μπιπ! σκάει το μήνυμα, ποιος σου στέλνει μήνυμα Μαράκι τέτοια ώρα? -οι κλίσεις του πατέρα μου θα είναι που δεν έπιανε στο μαγαζί και έρχονται τώρα σαν ειδοποίηση, μου λέει. Καλάααα σκέφτομαι μπορεί και να… μπιπ! μπιπ! να σου το ξανά, αυτή τη φορά δεν ρωτάω μαλάκα βουτάω το κινητό και τί να δω? “ευχαριστώ και sorry, αυτό είναι το δικό μου, μη χαθείς, υγρά χειλάκια..” Απο εκεί και πέρα όλα είναι ένα μπουρδέλο, δεν θυμάμαι και πολλά, τι της είπα, τι μου είπε, πως έφτασα έξω απο το σπίτι σου ούτε που ξέρω…Και τώρα λέγε, τι πιστεύεις? την αλήθεια, λέγε, είμαι πολύ μπουρδέλο απο το ποτό και πολύ θολωμένος απο τη ζήλεια για να σκεφτώ, λέγε εσύ…”
…λέγε εσύ….τί θέλει να του πώ? τι άλλο εκτός απο αυτό που βλέπει και ο ίδιος αλλά δεν θέλει να το πιστέψει? τί άλλο εκτός από το ολοφάνερο? πως το Μαράκι είναι η τρίτη καριόλα του σχήματος? άλλη μια ψώλα απ’τις πολλές που εκείνο το βράδυ, γλίστρησε απο την ζεστή αγκαλιά του, πήρε μαζί για άλλοθι τις φίλες της και με τα “υγρά χειλάκια” της πήρε (το λιγότερο) μια πίπα στα γρήγορα σε έναν άγνωστο στις τουαλέτες και της άρεσε και τόοοοσο πολύ που αντάλλαξαν και τηλέφωνα για να μην χαθούν, ή να του θυμίσω πως μετά την πούτσα του άλλου τα “υγρά (απ’το σπέρμα) χειλάκια” φίλαγαν τα δικά του? ή μήπως έπρεπε να κάνω την κινέζα? να εφεύρω ένα όμορφο παραμύθι να καλύψω την πουτανιά της Μαρίας μόνο και μόνο για να μην πληγώσω τα μεθυσμένα αισθήματα, τον μελανιασμένο εγωισμό και τον τυφλό έρωτα (μην γαμήσω!) του Μπούκη?
Ε! Όχι λοιπόν! δεν έφτιαξα παραμύθι, του πέταξα τον δράκο σκέτο και κατάμουτρα, “Άκου αγόρι μου γλυκό, μια φορά και έναν καιρό η πριγκίπισσα ήταν μεγάλο πουτανάκι και όσο έλειπε ο πρίγκιπας αυτή είχε πιπώσει το μισό βασίλειο”. Έτσι χωρίς πλοκή, σαν τσόντα του Γκουσγκούνη ένα πράγμα, “-γυναίκα τί φαγητό έχουμε? -μακαρόνια, -τη γάμησες” τάκα-τάκα, χωρίς περιστροφές και χρυσώματα για να την ακούσει γερά μπάς και καταλάβει, έτσι όπως θα ήθελα να μου το κάνει και εμένα. Του έκανα λοιπόν παρέα να πιεί ώστε να καταπιεί τον κροκόδειλο για τα καλά, τον ώθησα να βρίσει (το καριολάκι το Μαράκι αυτή τη φορά κάι όχι το σόι του άγνωστου εραστή) για να ξεθυμάνει και εσείς πείτε με σκύλα πείτε με ό,τι θέλετε τώρα.
Εγώ ξέρω πως τους φίλους οφείλουμε να τους σκουντάμε, να τους βγάζουμε από το λήθαργο, να τους ξυπνάμε, να τους γαμούμε ενίοτε το παραμύθι όταν το βλέπουμε πως σαπίζει και να πάει να γαμηθεί η γυναικεία αλληλεγγύη που μου χρέωσαν πως πρόδωσα την επομένη. Αλληλεγγύη μόνο στους ομοίους μου. Η αλήθεια σπάνια είναι γλυκιά, σπάνια είναι καλοδεχούμενη, σπάνια μας ευχαριστεί, σπάνια την αναζητούμε γι’αυτό και σπάνια την βρίσκουμε.