“Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις”. Ο ανεπίδοτος έρωτας της Α.

Α.”Κάτσε λίγο μαζί μου, θέλω να σου διαβάσω κάτι που έγραψα”

“Ωχου μωρέ! Καμιά ρομαντική μαλακεία θα έχεις γράψει πάλι και θα με πιάσει το στομάχι μου. Γιατί επιμένεις να τα διαβάζεις σε εμένα που ξερνάω με τέτοια πράγματα και δεν μπορώ να το κρύψω κιόλας και σε στεναχωρώ?

Α.” Σταμάτα, είναι ένα γράμμα στον Λ. και θέλω να το ακούσεις προσεκτικά και να μου πείς αν πρέπει να το στείλω.”

“Αυτο μπορώ να στο απαντήσω και χωρίς να ακούσω λέξη, ΟΧΙ! να μην του στείλεις τίποτα. Τι θές ρε? να τον τρελάνεις τον άνθρωπο? δεν τον έδιωξες? τι ζητάς τώρα? φιλαράκι για αλληλογραφία? τι είναι αυτές οι παπαριές? Σκίστο, κάψτο, φάτο, κάντο ό,τι σκατά θές αλλά μην του το στείλεις, μην δίνεις ελπίδες, μην του γαμείς το μυαλό και κυρίως μην τον κάνεις να θυμάται συνέχεια, άσε τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του, άσε τη λήθη να απαλύνει τις μνήμες του.”

Α. ” Δεν θέλω να με ξεχάσει. Ακούγεται πολύ εγωιστικό αυτό ε? Ούτε εγώ όμως θα τον ξεχάσω. Έλα κάνε μου τη χάρη, απλώς άκουσε με και μετά τον εμετό σου θα πάμε για καφέ οκ?”

“Άντε, ξεκίνα να δούμε…”

“Μπαίνω στο γνώριμο καφενείο μας και διαπιστώνω πως δεν είσαι εδώ. Ψάχνω να σε βρώ, και όσο ψάχνω στις γνωστές γωνιές, στο συνηθισμένο τραπέζι που πίναμε μαζί, όσο ρωτώ τα γκαρσόνια, τόσο είσαι παρών με την απουσία σου. Είσαι παρών μεσ ‘την αναμονή μου.

Στάζω αίμα και ακολουθώ το ανεξέλεγκτο ταξίδι του μυαλού, ο χρόνος πηγαινοέρχεται μεταξύ παρόντος και παρελθόντος. Με γεμίζει μια απώλεια διαρκής, ρίζωσε στη μνήμη μου η μορφή σου. Υποφέρω, είναι πρωί Παρασκευής και ξυπνώ με τη λαχτάρα του να σε αντικρίσω, προσπαθώ να ξεκολλήσω το πρόσωπο απο το μαξιλάρι, αλλά δεν βρίσκω το κουράγιο.

Παραδίνομαι στο γλυκό μισοσκόταδο του δωματίου και αφήνω την έντονη επιθυμία να με κατακλύσει, να καταργήσει κάθετι λογικά πραγματικό και να με μεταφέρει στο κρεβάτι μας, στο μικρό μας δωμάτιο.

Αγκάλιασέ με, κράτησέ με.

Γλιστρώ και σε παίρνω στο στόμα μου, η γεύση σου, η ζεστασιά σου, η οικειότητα της πράξης με τρελαίνουν, τα μάτια μου κλείνουν, με απορροφά πλήρως, σε νιώθω δικό μου. Το μυαλό μουδιάζει, σ’αγκαλιάζω με τα χέρια μου σφιχτά, αναζητώ εκστασιασμένη τα χείλη σου, τα φιλώ ασταμάτητα. Βαθιά, υγρά, ερωτευμένα φιλιά, δεν χορταίνω τα φιλιά σου, σταματώ και κοιτώ τα μάτια σου, τα φιλώ, χαϊδεύω τα μαλλιά σου και θέλω να φωνάξω πως εσένα περίμενα.

Χαμογελάς καυλωμένα και μπαίνεις μέσα μου. Άγρια ανάσα, υγρά μάτια, σφιχτό αγκάλιασμα, ζεστό αντρίκιο άγγιγμα που έχω ακόμη στο δέρμα μου. Μπαινοβγαίνεις μέσα μου μ’ένα ρυθμό αυτοκτονικό, με γεμίζεις, με ολοκληρώνεις. Το κορμί μου συσπάται ανεξέλεγκτα απο κύματα ηδονής, θέλω να βυθιστείς μέσα μου, να σε αφομοιώσω, ο εγκέφαλος μου ίπταται στο απόλυτο κενό, ματώνει και οι σκέψεις μου γίνονται ομίχλες, σχεδιάζουν σχήματα αόριστα και χαρούμενα.

Σε σφίγγω, θέλω να σε κρατήσω βαθιά μέσα μου, να λιώσω το χρόνο, να διαιωνίσω τη στιγμή, να μείνουμε έτσι για πάντα ενωμένοι, να μην σε χάσω.

“Τί είναι αυτό?” με ρωτάς “Έρωτας?”

“Κουμπώσαμε αγάπη μου, κουμπώσαμε” αυτό είναι σου απαντώ.

Τελειώνω με κραυγές, είναι οι ήχοι που δεν κατάφεραν να γίνουν λέξεις να σου μιλήσουν για τον έρωτά μου και τώρα βίαια απαιτούν να ακουστούν. Πνιγόμουν απ’το συναίσθημα και έπνιγα τις λέξεις. Τελειώνεις στο στόμα μου και νιώθω να κυλά μέσα μου με ορμή ο έρωτάς σου, σε πίνω λαίμαργα για να κορέσω τη δίψα μου για ΄σενα, για να κορέσω τον έρωτά μου που αντί να φθίνει με τις ημέρες φουντώνει.

“Κρυώνεις, να σε σκεπάσω?” εσκεμένα το έλεγα κάθε φορά για ν’αρχίσεις να με πειράζεις πως δήθεν επίτηδες ρωτώ γιατί κρύωνα εγώ.

Γελώ δυνατά και μου φωνάζεις “Γέλα-Γέλα, ποτέ μη σταματήσεις να γελάς.” Τώρα αρνούμαι να γελάσω δυνατά, γιατί κανείς δεν μου φωνάζει γέλα.

“Βάλε τον Μελισσοκόμο στο laptop να παίζει και φτιάξε καφεδάκι”

Διπλός μέτριος ελληνικός, σε δανεικό άσπρο φλυτζάνι, για δυο κορμιά, για τέσσερα χείλη, για μια αγάπη. Μισός-μισός ο καφές, μισό-μισό το τσιγαράκι, όλα μισά και εγώ χωρίς εσένα μισή…

Περνώ απ’το σπίτι μας, αγγίζω το πόμολο της πόρτας που τόσες φορές άγγιξες, κοιτώ με δυσκολία πίσω απο τα δάκρυα το παράθυρο του 1ου ορόφου, απ’όπου πρόβαλε μισόγυμνο το κορμάκι σου για να με χαιρετήσει όταν έφευγα. Η ματιά μου διεισδύει πίσω απ’το κλειστό παράθυρο με την τραβηγμένη βαριά κουρτίνα και σαρώνει το εσωτερικό. Όλα σκοτεινά, όλα άδεια, οι άσπροι τοίχοι προς στιγμήν φωτίζουν-τους είμαι γνώριμη, είναι ποτισμένοι απ’τις στιγμές μας-. Πού είναι το πάπλωμά μας, τα ιδρωμένα ζωντανά σεντόνια μας? πού βρίσκεται ανοιγμένο τώρα πια το laptop σου? πού έχει βρεί καλύτερη θέση απ’αυτό εδώ το τραπέζι, που τρώγαμε τα μεσημέρια αντικριστά και με βιασύνη για να αγκαλιαστούμε γυμνοί στο κρεβάτι μας-να σμίξουμε?

Μου έδωσες πίσω τα CD μου σε μια σακούλα, τα έχωσα βαθιά σε μια ντουλάπα, δεν τολμώ να τ’αντικρίσω, τα θυμάμαι άτακτα τοποθετημένα γύρω απο το laptop σου να επενδύουν μουσικά το “κούμπωμά” μας, τον αγκαλιαστό τρυφερό ύπνο μας και τώρα με ξεσκίζουν, δεν έχουν θέση εδώ.

Και εσύ πως βρήκες θέση μακριά μου?

Σταματά το βλέμμα μου στον καθρέφτη, “κοίταξέ μας” μου έλεγες “πώς μας βλέπεις?”

Χώρια μας βλέπω και αρνούμαι να το πιστέψω-αποκλείεται- απλώς λείπεις, και εγώ εδώ πάντα επιμένω να σε περιμένω.

Επιμένω να βάφω τα νύχια μου με το δικό σου κόκκινο.

Επιμένω να κρατώ κοντά μου το κινητό ώστε να σε προλάβω στον πρώτο χτύπο του.

Επιμένω να ελπίζω να δω το όνομά σου να φωτίζει την οθόνη του και την ψυχή μου.

Επιμένω ν’αναζητώ τη φωνή σου στα ηχογραφημένα μηνύματα, την μυρωδιά σου στα ρούχα μου, τα σημάδια σου στο κορμί μου και την μορφή σου στα όνειρά μου.

Επιμένω να σ’αγαπώ ανέλπιδα και βαθιά.

Επιμένω να σ’αναζητώ ως το τέλος του χρόνου μου.

Λερώνω το μυαλό μου με εικόνες του μέλλοντός μου χωρίς εσένα και αυτόματα τις αποθώ, τις διαγράφω, τις καταργώ….κι όμως, μέρα με τη μέρα αυτές ζώ..

Και εσύ, πως βρήκες θέση μακριά μου…?”

Α. “Τί λές? μήπως άλλαξες γνώμη? μήπως να το έστελνα?”

“Δεν πας καλά ρε, δεν πας καθόλου καλά.. μαστουρωμένη το έγραφες ρε?  Και μετά λες εμένα κυνική, γράφεις ερωτική επιστολή μωρή και χώνεις μέσα πίπες και γαμήσια? και τι σόι σκάλωμα είναι αυτό που έφαγες με το laptop? αυτό σε καίει εσένα? πού είναι τώρα ανοιγμένο και μαλακείες? και τι καινούργιο στυλάκι είναι τώρα αυτό “επίμενω εκείνο” “επιμένω το άλλο” και “που βρήκες θέση μακριά μου” και τ’αρχίδια μας κουνιούνται! τι να έκανε δηλαδή ο άνθρωπος να μόναζε ή να αυτοκτονούσε? ΕΛΕΟΣ!!! Θες να το στείλεις? οκ στείλτο, εγώ στη θέση του πάντως ξέρεις τι θα σου απαντούσα?

Α.”Θα μετανιώσω που ρωτώ, το ξέρω, αλλά άντε για πες, τί θα απαντούσες?”

“Στον πούτσο μου γαρύφαλλα και γύρω-γύρω μέλισσες….”

Α. “Εκτός από απαίσια, είσαι και βρωμόστομη.”

“Ναι, αλλά δεν ξέρεις τι μπορώ να κάνω έγω μ’αυτό το στόμα….”

3 σχόλια προς ““Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις”. Ο ανεπίδοτος έρωτας της Α.”

  1. χμ!, τώρα έχω απορίες, αυτός είναι διάλογος με τον εαυτό σου? είσαι και η bitch και η Α? σαν τις δυο πλευρές ενός νομίσματος ας πούμε?
    p.s. είσαι όντως βρωμόστομη αλλά για κάποιο λόγο δεν με ενοχλεί σε εσένα, θα έλεγα με εξιτάρει..
    αλήθεια τί μπορείς να κάνεις “με αυτό το στόμα”?

  2. 1. δεν μου αρέσουν οι ερωτήσεις…
    2. δεν είμαι η δασκάλα σου να σου λύνω τις απορίες…
    3. εκτός απο απο bitch και βρωμόστομη είμαι και αυταρχική… οπότε τα 1 και 2 δεν είναι απλώς δηλώσεις… αλλά απαγορεύσεις…
    4. αυτό που σε εξιτάρουν οι βρισιές να το κοιτάξεις… μην το αφήσεις… ενδεχομένως να σου ανοίξει έναν νέο υπέροχο κόσμο μπροστά σου…
    5. ρώτα τί δεν μπορώ να κάνω “με αυτό το στόμα”… η λίστα θα είναι μικρότερη…

  3. …….έμεινα μαλάκας!στις προσταγές σου αφέντρα!

Υποβολή απάντησης